Η Ελιά

on

Η ελιά είναι το κυριότερο φυτό της Ελλάδος, καλύπτει το 75,4% της καλλιεργούμενης έκτασης με δέντρα. Ασχολείται δε με την ελαιοκομία αποκλειστικά ή εν μέρει το 34% του αγροτικού πληθυσμού της χώρας μας.

Η καλλιέργεια της ελιάς, αναπτύσσεται σε πολλά διαμερίσματα της νότιας, κεντρικής και βόρειας Ελλάδας με σκοπό την παραγωγή ελαιολάδου και βρώσιμων ελαιών.

Η παγκόσμια παραγωγή ελαιολάδου ανέρχεται σε ένα ύψος 3,100.000 τόνων ετησίως. Οι κυριότερες χώρες παραγωγής ελαιολάδου είναι: η Ισπανία με 1,300.000 τόνους, η Ιταλία 450.000 τόνους, η Ελλάδα 350.000 τόνους, η Συρία 200.000 τόνους, η Τουρκία 180.000 τόνους, κ.α

Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ελληνικής ελαιοπαραγωγής είναι η εξαιρετική της ποιότητα αφού το 75-80% του ελληνικού ελαιόλαδου χαρακτηρίζεται σαν «εξαιρετικό παρθένο» ενώ της Ισπανίας μόνο το 25-30% και της Ιταλίας το 40-45%. Εκείνο που λείπει στο ελληνικό ελαιόλαδο είναι η τυποποίηση. Μία πολύ μεγάλη ποσότητα πωλείται χωρίς τυποποίηση με αποτέλεσμα τις χαμηλές τιμές. Την περσινή χρονιά λόγω κακών μετεωρολογικών συνθηκών η παραγωγή ήταν μειωμένη κατά 40-50% και οι τιμές κυμάνθηκαν μεταξύ 2,5-2,8€ το κιλό.

Στην Ελλάδα υπάρχουν 97.000.000 ελαιόδεντρα και ασχολούνται με την ελαιοκαλλιέργεια 500.000 οικογένειες, ενώ λειτουργούν 2.700 ελαιοτριβεία. Η μέση κατανάλωση ελαιολάδου σε εθνικό επίπεδο είναι η υψηλότερη στον κόσμο, φθάνει τα 20 κιλά ετησίως ενώ στην Κρήτη φθάνει τα 25 κιλά.

Όσον αφορά την παραγωγή βρώσιμων ελαιών σε παγκόσμιο επίπεδο οι χώρες παραγωγής είναι: Η Ισπανία 520.000 τόνους, η Αίγυπτος 500.00 τόνους, η Τουρκία 450.000 τόνους, η Αργεντινή 200.000 τόνους, η Αλγερία 130.000 τόνους, η Ελλάδα 120.000 τόνους, Μαρόκο 100.000 τόνους, η Ιταλία 60.000 τόνους. Η μέση ετήσια κατανάλωση ελαιών ανά άτομο στην Ελλάδα είναι 9 κιλά.

Η ελιά (Olea europaea L.) είναι δέντρο αειθαλές, αιωνόβιο, καρποφόρο και ανήκει στην οικογένεια oleaceae

Εδαφοκλιματικές συνθήκες

Καλλιεργείται στα εύκρατα κλίματα. Είναι ευαίσθητη στους παγετούς, η ανθεκτικότητα της πάντως εξαρτάται από την ποικιλία. Η θερμοκρασία, η υγρασία της ατμόσφαιρας, η σύσταση και η υγρασία του εδάφους επηρεάζουν τη βλάστηση, την άνθηση, το δέσιμο, τη σύσταση και την ωρίμανση του καρπού.

Για την βλάστηση η θερμοκρασία θα πρέπει να κυμαίνεται περί τους 11oC , για την άνθηση στους 18oC, για το δέσιμο του καρπού στους 21oC. Οι απαιτήσεις αυξάνονται μέχρι την περίοδο ωρίμανσης (22-25oC) για να μειωθούν κατά την διάρκεια της (18oC) και ακόμη περισσότερο τη περίοδο συγκομιδής επίσης η ελιά ζημιώνεται σε θερμοκρασίες κάτω των -3oC.

Η υψηλή σχετικά υγρασία στην ατμόσφαιρα ευνοεί τις ασθένειες ενώ κατά την ανθοφορία μειώνεται σημαντικά η καρπόδεση.

Προτιμά εδάφη ουδέτερα, ως ελαφρά αλκαλικά αλλά ευδοκιμεί και σε ασβεστολιθικά εδάφη. Στα αργιλώδη δε συνιστάται η καλλιέργεια της.

Η Ελιά αναπτύσσεται σε ποικιλία εδαφών και είναι γενικά δέντρο μειωμένων

απαιτήσεων ως προς το έδαφος. Ελαφρώς όξινα έως αλκαλικά εδάφη την ευνοούν και μπορεί να ανεχθεί ακόμη και ph 8.5. Είναι ανθεκτική στην αλατότητα, αλλά αυτό επιδρά στην μείωση των αποδόσεων.

Οι βροχοπτώσεις παίζουν σημαντικό ρόλο στην καρποφορία της πολύ περισσότερο εκεί όπου η καλλιέργεια δεν αρδεύεται. Από τα 250 στα 600 mm ύψος βροχοπτώσεων οι αποδόσεις είναι αύξουσες όταν βέβαια το έδαφος στραγγίζει κανονικά.

Η ελιά διαθέτει πολύ καλό μηχανισμό άμυνας στην ξηρασία και για αυτό είναι δυνατή η καλλιέργεια της και σε συνθήκες μεγάλης ξηρασίας, ενώ παράλληλα έχει την ικανότητα να αξιοποιεί τέλεια κάθε ποσότητα νερού που της προσφέρεται μέχρι του επιπέδου της επάρκειας.

Την ανάπτυξη και την καρποφορία του δέντρου ευνοούν η ηλιοφάνεια και ο γλυκός χειμώνας.

Η ελιά θεωρείται επιπολαιόρριζο δέντρο, μιας και ο όγκος των ριζών της βρίσκεται στα 60-70 εκ. Στα αυτόρριζα δέντρα οι ρίζες προχωρούν βαθύτερα

Τα άνθη της ελιάς σχηματίζονται σε ομάδες των 8-25, σε βότρεις. Βρίσκονται στις μασχάλες των φύλλων ή στην κορυφή των βλαστών και είναι μικρά, κιτρινόλευκα. Η ελιά ανθίζει από τέλη Απριλίου μέχρι και τον Μάϊο, ανάλογα με τη ποικιλία και τις τοπικές συνθήκες.

Τα φύλλα βγαίνουν ανά δύο σε κάθε γόνατο, αντίθετα το ένα από το άλλο. Έχουν βαθύ πράσινο χρώμα στην πάνω επιφάνεια και σταχτύ ασημί στην κάτω επιφάνεια. Η πάνω επιφάνεια είναι δερματώδης, ενώ τα στομάτια στην κάτω επιφάνεια είναι μικρά, βυθισμένα και καλύπτονται με πυκνό χνούδι. Τα φύλλα μένουν επάνω στο δέντρο για δύο-τρία χρόνια και μετά πέφτουν κυρίως την άνοιξη.

Ο καρπός της ελιάς είναι δρύπη. Αποτελείται από το φλοιό, τη σάρκα από όπου παράγεται το έλαιο και τον πυρήνα μέσα στον οποίο περιέχεται το σπέρμα. Από την καρπόδεση μέχρι την ωρίμανση του καρπού μεσολαβούν 6-7 μήνες.

Η ελιά αργεί να μπει σε πλήρη παραγωγή, ζει όμως αιώνες και διατηρεί την παραγωγικότητα της για πολλά χρόνια, εφόσον κάποιος τη περιποιείται.

Οι κυριότερες ποικιλίες ελιάς που καλλιεργούνται στην Ελλάδα διακρίνονται στις μικρόκαρπες, τις μεσόκαρπες και τις μεγαλόκαρπες. Όσον αφορά την κατεύθυνση της παραγωγής σε: ελαιοποιήσιμες, επιτραπέζιες και σε μικτής χρήσεως.

  • Ποικιλίες παραγωγής ελαίου είναι: Η κορωνέικη, η λιανολιά Κερκύρας, η κουτσουρελιά). Αυτές είναι μικρόκαρπες ποικιλίες με περιεκτικότητα σε έλαιο 19-25%

  • Επιτραπέζιες ποικιλίες : Η καλαμών, η κονσερβολια, η χονδρολιά Χαλκιδικής. Αυτές είναι μεγαλόκαρπες ποικιλίες με μικρή περιεκτικότητα σε έλαιο.

  • Ποικιλίες διπλής χρήσεως: Η θρουμποελιά, η κοθρέϊκη, η μεγαρείτικη)

Η καλλιέργεια της ελιάς

Παραδοσιακά η ελιά καλλιεργούνταν σε ξηρικές καλλιέργειες με μία πυκνότητα 10 δέντρων το στρέμμα, δηλαδή σε αποστάσεις 10Χ10. Σήμερα οι σύγχρονοι ελαιώνες έχουν μία πυκνότητα 30 δέντρων το στρέμμα δηλαδή σε αποστάσεις 5Χ7. Τελευταία αναπτύσσονται ελαιώνες υπέρ πυκνής φύτευσης με 150-180 φυτά το στρέμμα.

Η ελιά πολλαπλασιάζεται αγενώς με φυλλοφόρα μοσχεύματα που συνήθως παράγονται σε υδρονέφωση. Στην φύτευση χρησιμοποιούνται δενδρύλλια ηλικίας ενός- δύο ετών

Τα δενδρύλλια φυτεύονται είτε την άνοιξη είτε το φθινόπωρο, ανάλογα με τον κίνδυνο εμφάνισης παγετού . Σε περιοχές που δε συμβαίνουν παγετοί είναι προτιμότερο να φυτεύονται το φθινόπωρο

Κατά τη διάρκεια των 1-3 πρώτων ετών διαμορφώνεται το σχήμα του δένδρου. Τα δέντρα διαμορφώνονται κυρίως ως ανοικτά κύπελλα, Στις υπέρ-πυκνες φυτεύσεις εφαρμόζεται το γραμμικό σύστημα υποστύλωσης των δένδρων και τα δένδρα διαμορφώνονται σε σχήμα ατράκτου-κυπαρισσάκι με έναν κύριο κορμό-οδηγό.

Με το κλάδεμα καρποφορίας που γίνεται κάθε χρόνο μπορεί να ελεγχθεί μερικώς η ένταση του φαινομένου της παρενιαυτοφορίας.

Η ελιά καρποφορεί σε βλάστηση ενός έτους. Στόχος μας είναι να αναπτύσσεται κάθε χρόνο αρκετή βλάστηση η οποία τον επόμενο χρόνο θα καρποφορήσει

Η ελιά χαρακτηρίζεται από το φαινόμενο της παρενιαυτοφορίας (μια χρονιά υψηλής παραγωγής ακολουθείται από χρονιά μειωμένης παραγωγής).

Το φαινόμενο αυτό πιθανόν οφείλεται στον ανταγωνισμό μεταξύ βλάστησης και καρπών κατά τη χρονιά της υψηλής καρποφορίας. Η έντασή του μπορεί να μετριαστεί με:

  • Κλάδεμα τη χρονιά που αναμένεται η υψηλή καρποφορία

  • Λίπανση (κυρίως με άζωτο, ώστε να ενδυναμωθεί η νέα βλάστηση)

  • Άρδευση

Η λίπανση που πρέπει να γίνεται στον ελαιώνα εξαρτάται από τους εξής παράγοντες:

  • Την ποικιλία της ελιάς

  • Την ηλικία των δέντρων

  • Το ύψος της παραγωγής

  • Την σύνθεση του εδάφους

  • Την άρδευση του ελαιώνα

Τα αζωτούχα λιπάσματα θα πρέπει να εφαρμόζονται πριν την έκπτυξη των οφθαλμών και την άνθηση και μετά την καρπόδεση, ενώ θα πρέπει η εφαρμογή να ακολουθείται είτε από βροχή είτε από άρδευση, ώστε να περιοριστούν οι απώλειες σε άζωτο με τη μορφή αερίου αμμωνίας στον αέρα. Ανάλογα με το ύψος παραγωγής των δέντρων δίνεται μία ποσότητα 0,5- 1 κιλό αζώτου ανά δέντρο

Τα λιπάσματα που περιέχουν κάλιο, φώσφορο, μαγνήσιο και βόριο πρέπει να εφαρμόζονται πριν από την περίοδο βροχοπτώσεων (στους ξηρικούς ελαιώνες) και να ενσωματώνονται στο έδαφος. Η δόση που συνιστάται στην περίπτωση του φωσφόρου είναι 0,3 -0,5 κιλά ανά δέντρο και του καλίου 0,5- 1,2 κιλά ανά δέντρο.

Στους αρδευόμενους ελαιώνες, πρέπει να εφαρμόζονται οι λιπάνσεις αυτές κατά τα μέσα με τέλη του χειμώνα.

Η ελιά θεωρείται από τα πιο ανθεκτικά φυτά στην ξηρασία. Παρά τις ξηροφυτικές της ιδιότητες, η ελιά για να αναπτυχθεί και αποδώσει οικονομικά ως δενδρώδης καλλιέργεια απαιτεί την επάρκεια εδαφικής υγρασίας.

Η άρδευση της ελιάς δεν επιδρά θετικά μόνο στη βλάστηση, ανθοφορία, καρποφορία και κατ’ επέκταση στην αύξηση των αποδόσεων αλλά και στον περιορισμό της παρενιαυτοφορίας των δέντρων. Η ελιά έχει ιδιαίτερα μεγάλες απαιτήσεις σε νερό τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο όπου διαφοροποιούνται οι ανθοφόροι οφθαλμοί, τον Απρίλιο-Μάιο, όπου έχουμε την άνθηση και καρπόδεση της ελιάς και τον Ιούνιο όπου είναι η περίοδος σκλήρυνσης του πυρήνα. Επίσης, η άρδευση της ελιάς κατά τους θερμούς μήνες περιορίζει τη συρρίκνωση του καρπού. Η ποσότητα του νερού και συχνότητα άρδευσης εξαρτάται από την ανάπτυξη του δέντρου, το βλαστικό στάδιο, την εποχή, το έδαφος, το σύστημα άρδευσης και τις κλιματολογικές συνθήκες της περιοχής. Ενδεικτικά, οι απαιτήσεις της ελιάς σε νερό κυμαίνονται από 400-450 κυβικά μέτρα/στρέμμα /έτος για τις επιτραπέζιες ποικιλίες και 200 κυβικά μέτρα/ στρέμμα/έτος για τις ελαιοποιήσιμες ποικιλίες.

Τέλος, για την ορθολογιστική χρήση του νερού συστήνεται η χρήση βελτιωμένων συστημάτων άρδευσης (σταγόνες, μικροεκτοξευτήρες), καθώς και η εφαρμογή ωραρίων άρδευσης.

Ο σκοπός της αντιμετώπισης των ζιζανίων που φύονται στον ελαιώνα είναι στους μεν ξηρικούς ελαιώνες η μείωση των απωλειών υγρασίας από το έδαφος την Άνοιξη και στους αρδευόμενους η μείωση των απωλειών υγρασίας και θρεπτικών, ο ανταγωνισμός σε κρίσιμες περιόδους του δέντρου και η ευκολία εκτέλεσης των καλλιεργητικών εργασιών.

Στους ξηρικούς ελαιώνες η αντιμετώπιση των ζιζανίων γίνεται σήμερα πολύ συχνά με ελαφριά αναμόχλευση στις αρχές της Άνοιξης.. Στους αρδευόμενους ελαιώνες η χημική ζιζανιοκτονία είναι η φθηνότερη μέθοδος αντιμετώπισης των ζιζανίων. Η χημική ζιζανιοκτονία μπορεί να γίνει μόνο κάτω από την κόμη των δέντρων και στο υπόλοιπο μέρος τα ζιζάνια να κόβονται προς τον Απρίλιο ή Μάιο. Η ζιζανιοκτονία με μεταφυτρωτικά ζιζανιοκτόνα κύρια το Μάρτιο, το Μάιο – Ιούνιο και με τοπικές εφαρμογές το υπόλοιπο καλοκαίρι αποτελεί ένα απαραίτητο πρόγραμμα αντιμετώπισης των ζιζανίων. Η κοπή με φορητά χορτοκοπτικά είναι μια εναλλακτική μέθοδος αλλά απαιτεί πιο πολλές εφαρμογές και πολύ περισσότερη εργασία. Σε υγρές σχετικά περιοχές οι κοπές ενδείκνυνται για μείωση της υγρασίας του εδάφους και βελτίωση των ιδιοτήτων αυτού.

Οι κυριότεροι τρόποι συγκομιδής ελαιοκάρπου είναι:

  • Συγκομιδή μετά από φυσιολογική πτώση κατά την ωρίμανση σε δίχτυα.

  • Συγκομιδή με τα χέρια.

  • Συγκομιδή με ραβδισμό.

  • Συγκομιδή με δονητές.

  • Συγκομιδή με χρήση καρποπτωτικών ουσιών.

  • Μηχανική συγκομιδή με συλλέκτες σε γραμμικές φυτεύσεις.

Κατά τη συγκομιδή ο καρπός δεν πρέπει να έρχεται σε επαφή με το έδαφος και να μεταφέρεται όσο το δυνατό γρηγορότερα στο ελαιοτριβείο.

Οι εντατικοί παραδοσιακοί ελαιώνες έχουν αποδόσεις 150-400 κιλά /στρ σε καρπό ενώ οι πυκνής φυτεύσεως δίνουν 400-1200 κιλά/στρ.

Η έκθλιψη πρέπει να γίνεται χωρίς μεγάλη καθυστέρηση, και αν το ελαιοτριβείο δεν χρησιμοποιείται αποκλειστικά για βιολογική έκθλιψη, πρέπει να έχει καθαριστεί και πλυθεί σχολαστικά πριν την επεξεργασία και έκθλιψη του βιολογικού ελαιόκαρπου. Είναι όμως καλύτερα η έκθλιψη του βιολογικού ελαιόκαρπου να γίνεται από εξειδικευμένα «βιολογικά ελαιοτριβεία».

Η αποθήκευση του βιολογικού ελαιόλαδου μέχρι και την τελική τυποποίηση του πρέπει να γίνεται σε δοχεία κατασκευασμένα από κατάλληλο ανοξείδωτο χάλυβα και να φυλάγεται σε δροσερή και ξηρή αποθήκη.

Ο σοβαρότερος εντομολογικός εχθρός είναι ο Δάκος της ελιάς. Η αντιμετώπιση του στηρίζεται στα μέσα μαζικής παγίδευσης με τη χρήση διαφόρων τύπων παγίδων. Με τη μέθοδο αυτή επιδιώκεται η σύλληψη όσο το δυνατό μεγαλύτερου αριθμού τέλειων εντόμων του Δάκου ώστε να μειωθεί ο πληθυσμός του σε επίπεδα που δεν προκαλούν οικονομική ζημιά.

Οι παγίδες που χρησιμοποιούνται μπορεί να είναι αυτοσχέδιες, που βασίζονται σε διάλυμα πρωτεΐνης για προσέλκυση του Δάκου ή σε έτοιμες παγίδες που υπάρχουν στην αγορά. Οι τελευταίες είναι χάρτινες εμποτισμένες με εντομοκτόνο και ελκύουν το Δάκο με φερομόνη και αμμωνία. Όταν τοποθετούνται έγκαιρα και ο πληθυσμός του Δάκου είναι σχετικά χαμηλός, η προσβολή στον καρπό είναι περιορισμένη και σε ανεκτό επίπεδο. Αντίθετα, σε ψηλό πληθυσμό του Δάκου το αποτέλεσμα συνήθως δεν είναι ικανοποιητικό.

Τα Λεπιδόπτερα έντομα, όπως ο Ρυγχίτης, ο Πυρηνοτρήτης, και η Ζευζέρα πρέπει να αντιμετωπίζονται με μέσα , όπως οι παγίδες φερομόνης. Η Ζευζέρα δημιουργεί προβλήματα στα ελαιόδεντρα και δύσκολα αντιμετωπίζεται.

Από τα Ημίπτερα, τα Κοκκοειδή Saissetia olea (Λεκάνιο) και η Parlatoria oleae, καθώς και η Ψύλλα Euphyllura olivina, δυνατό να προκαλέσουν ζημιές. Αντιμετωπίζονται με καλό κλάδεμα και αερισμό των δέντρων, καθώς και με τη συμβολή των ωφέλιμων εντόμων.

Ο Φλοιοτρίβης αποτελεί συνήθως πρόβλημα σε αδύνατα δέντρα. Αντιμετωπίζεται με καλλιεργητικά μέτρα, όπως καταστροφή με κάψιμο των κλαδιών που κόβονται με το κλάδεμα και κατάλληλη άρδευση και λίπανση.

Συνεχής θα πρέπει να είναι η προσπάθεια ενίσχυσης της παρουσίας και αύξησης του πληθυσμού των ωφέλιμων εντόμων και ζώων στην περιοχή για απαλλαγή από την ανάγκη κάποιων επεμβάσεων, κάτι που μειώνει το κόστος παραγωγής αλλά ωφελεί και το περιβάλλον.

Αν υπάρξει κάποιο πρόβλημα, ο έλεγχος των «επιβλαβών» εντόμων γίνεται είτε με παγίδες είτε με επιλεγμένα φυσικά εντομοκτόνα, μη τοξικά για τον άνθρωπο, που επιτρέπονται στα πλαίσια της βιολογικής γεωργίας (Θειάφι, Βάκιλος Θουριγγίας, Ροτενόνη, Πύρεθρο, ειδικά λάδια κτλ).

Οι βασικότερες ασθένειες είναι:

Το κυκλοκόνιο, με βασικό σύμπτωμα τη δημιουργία κηλίδων στα φύλλα και την μεγάλη φυλλόπτωση. Αντιμετωπίζεται με χαλκούχα σκευάσματα.

Το γλοιοσπόριο. Προσβάλει τους ώριμους καρπούς δημιουργώντας βαθουλώματα και σαπίσματα. Αντιμετωπίζεται με χαλκούχα σκευάσματα.