Stevia072

Εισαγωγή

Η Stevia rebaudiana, είναι ένα είδος που ανήκει στην οικογένεια των Asteracees. Είναι ένα φυτό που κατάγεται από την Παραγουάη,. Τα φύλλα του περιέχουν φυσικά γλυκοζίδια, τα οποία έχουν γλυκιά γεύση αλλά δεν έχουν καθόλου θερμίδες. Το κυριότερο γλυκοζίδιο από αυτά είναι το στεβιοζίδιο το οποίο έχει 250-300 φορές περισσότερη γλυκαντική δύναμη από την ζάχαρη του ζαχαροκάλαμου.

Το φυτό αυτό, γνωρίζει σήμερα, σε όλο τον κόσμο, ένα τεράστιο ενδιαφέρον από τους ερευνητές, τους γεωργούς, τις μεγάλες εμπορικές και φαρμακευτικές βιομηχανίες, αλλά και από τους καταναλωτές λόγω, αφενός της μεγάλης του προσαρμοστικότητας σε μία ευρεία γκάμα κλιμάτων και αφετέρου από τις διάφορες θεραπευτικές και φαρμακευτικές ιδιότητες που έχει όσον αφορά τον ανθρώπινο οργανισμό, κυρίως εκείνων που πάσχουν απ[ό διαβήτη και τους υπέρβαρους. Η μεγάλη ζήτηση που υπάρχει σε παγκόσμιο επίπεδο για φυσικές γλυκαντικές ουσίες που δεν έχουν θερμίδες, είναι το αποτέλεσμα της αλλαγής των διατροφικών συνηθειών των καταναλωτών οι οποίοι διαρκώς γίνονται και πιο απαιτητικοί για τροφές πιο φυσικές λόγω των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν λόγω αυξημένου βάρους αλλά και του διαβήτη αλλά και της πολεμικής που υπάρχει για τις συνθετικές γλυκαντικές ουσίες.

Σήμερα στις περισσότερες χώρες της Λατινικές Αμερικής (Παραγουάη, Βραζιλία, Αργεντινή, Ουρουγουάη) και της Κεντρικής Αμερικής η στέβια καλλιεργείται σε διάφορες χώρες του κόσμου, σαν πειραματική ή σαν εμπορική καλλιέργεια (ΗΠΑ, Καναδάς, Ρωσία, Ισραήλ, Αγγλία, Ιαπωνία, Κίνα, Κορέα, Ταϊλάνδη, Μαλαισία, Ινδία, Γεωργία, Τσεχία, Γερμανία, Σουηδία, Αυστραλία). Η πρώτη παραγωγός χώρα στον κόσμο είναι η Κίνα, με μία έκταση 200.000 στρ, ενώ η πρώτη καταναλώτρια χώρα είναι η Ιαπωνία με μία μέση κατανάλωση 2.000 τόνων ξερών φύλλων/ έτος, που αντιστοιχεί στο 40% της παγκόσμιας αγοράς.

Βοτανικά χαρακτηριστικά

Τα φύλλα της στέβιας, είναι αιχμηρά, λογχοειδή, 5cm μήκους και 2cm πλάτους. Τα στελέχη της είναι ετήσια, ημι-ξυλώδη τα οποία συνήθως φέρουν τριχίδια. Τα στελέχη της περιέχουν μικρότερες ποσότητες στεβιοζιδίων από τα φύλλα και τα άνθη. Το ύψος του φυτού κυμαίνεται μεταξύ 50-70cm στο φυσικό του περιβάλλον. Στα γόνιμα εδάφη, το ύψος του φθάνει τα 100 ή και 120-180cm. Σε περιοχές όπως είναι το Μαρόκο η στέβια φθάνει το μέγιστο ύψος της στις 150-152 ημέρες μετά την μεταφύτευση.

Τα άνθη της στέβιας είναι μικρά, λευκού χρώματος, δεν είναι αυτογόνιμα και απαιτούν την σταυροεπικονίαση με την βοήθεια των εντόμων, ώστε οι σπόροι της να είναι γόνιμοι.

Οι σπόροι της είναι μικροί (περίπου 3mm μήκος) και φέρουν στα άκρα τους λεπτά τριχίδια που τους είναι πολύ χρήσιμα στην μεταφορά τους από τον άνεμο. Η γονιμότητα των σπόρων της είναι πολύ μικρή. Οι σπόροι που έχουν ανοικτό χρώμα, γενικά είναι άγονοι, ενώ οι σπόροι που έχουν σκούρο χρώμα, είναι γόνιμοι.

Το ριζικό σύστημα της στέβιας τριχοειδές, επιμήκες και παραμένει για περισσότερα χρόνια. Διακλαδίζεται πολύ ισχυρά ενώ είναι επιφανειακό. Στο ριζικό σύστημα αποθηκεύονται σημαντικές ποσότητες θρεπτικών ουσιών αλλά δεν περιέχει τα στεβοζίδια.

Η στέβια, κανονικά περιγράφεται σαν πολυετές φυτό, στο φυσικό του περιβάλλον, αλλά σε μερικές περιοχές που χαρακτηρίζονται από ψυχρό χειμώνα, μπορεί να καλλιεργηθεί σαν ετήσιο φυτό.

Ο βλαστικός κύκλος της μπορεί να διακριθεί σε (4) φάσεις.

  • Βλάστηση των σπόρων (βλάστηση σπόρων και εγκατάσταση του φυτού)

  • Περίοδος αναπτύξεως (ανάπτυξη της βλαστήσεως)

  • Άνθηση (ανάπτυξη των ανθοφόρων οφθαλμών, επικονίαση, γονιμοποίηση)

  • Ωρίμανση των σπόρων (αύξηση και γέμισμα των σπόρων)

Η διάρκεια κάθε περιόδου εξαρτάται από τις συνθήκες περιβάλλοντος, κυρίως της θερμοκρασίας, την φωτοπερίοδο, το ηλιακό φως, την θρέψη του φυτού σε νερό και θρεπτικά στοιχεία.

stevia

Καταγωγή και ιστορία

Η ιστορία και η καλλιέργεια της στέβιας αρχίζει από την Παραγουάη και την Βραζιλία. Στην αρχή, η στέβια απαντιόνταν μόνο στο νότιο τμήμα της Ν. Αμερικής. Οι ινδιάνοι της φυλής των Γκουαράνις γνωρίζουν την στέβια από πολλούς αιώνες λόγω της γλυκιάς της γεύσεως που έχουν τα φύλλα τους και τα οποία χρησιμοποιούσαν σαν γλυκαντικές ουσίες. Συχνά το φυτό αυτό ονομάζεται «το σακχαρούχο φυτό της Παραγουάης» ενώ έχει καταγραφεί σαν το καλύτερο γλυκαντικό φυτό του κόσμου.

Η στέβια εμφανίσθηκε στην Ευρώπη, για πρώτη φορά τον 16ο αιώνα, όταν οι Ισπανοί κατακτητές έμαθαν από τους ιθαγενείς για τις γλυκαντικές ιδιότητες του φυτού αυτού.

Η έρευνα και η εμπορική ανάπτυξη του φυτού αυτού γνώρισε μία αρκετά διστακτική αντιμετώπιση. Το 1908 άρχισε να αναφέρεται σαν ένα φυτό με διάφορες γλυκαντικές ουσίες, αλλά μόνο από το 1931 έγινε δυνατόν να απομονωθούν τα στεβιοζίδια. Κατά την διάρκεια του 2ου παγκοσμίου πολέμου, οι σύμμαχοι, λόγω της ελλείψεως της ζάχαρης λόγω του πολέμου, άρχισαν να χρησιμοποιούν τα στεβιοζίδια σαν γλυκαντικές ουσίες. Δυστυχώς, η τεχνολογία της εποχής δεν ήταν αρκετά αναπτυγμένη, ώστε να επιτρέψει την βιομηχανική εκμετάλλευση του φυτού αυτού. Το 1970 η ιαπωνική κυβέρνηση απαγόρευσε την χρησιμοποίηση των συνθετικών γλυκαντικών ουσιών ( η απόφαση αυτή επέτρεψε την ανάπτυξη της εμπορίας των φυσικών στεβιοζιδίων). Εδώ και 25 χρόνια, οι ιάπωνες καταναλώνουν τα προϊόντα της στέβιας χωρίς προβλήματα επειδή είναι ένα φυσικό προϊόν αλλά και επειδή είναι μια γλυκαντική ουσία χωρίς θερμίδες.

Σήμερα η Ιαπωνία είναι ο πιο μεγάλος καταναλωτής στέβιας στον κόσμο αλλά και η πιο προωθημένη χώρα στον τομέα της επιστημονικής έρευνας για την στέβια. Στην συνέχεια και άλλες χώρες ακολούθησαν την Ιαπωνία όπως η Ινδία και η Κίνα η οποία είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός στέβιας στον κόσμο. Στην Ευρώπη δεν επιτρέπεται η καλλιέργεια της σαν γλυκαντική ουσία αλλά μόνο σαν διατροφικό πρόσθετο. Στις ΗΠΑ η FDA τον Δεκέμβριο του 2008 έδωσε άδεια να χρησιμοποιηθεί η στέβια σαν γλυκαντικό πρόσθετο.

Χημικές ιδιότητες της στέβιας

Η γλυκιά γεύση της στέβιας οφείλεται στην παρουσία μέσα στα φύλλα της ουσιών όπως είναι οι στεβιογλυκοσίνες. Οι ουσίες αυτές είναι γλυκοσίνες του τύπου 2-τερπενικές που είναι διαλυτές στο νερό. Έχουν ανιχνευθεί περίπου 10 στεβιογλυκοσίνες, αλλά από αυτές οι 4 κυριότερες υπάρχουν στα φύλλα της στέβιας. Αυτές είναι:

  • Η στεβιοσίνη. Αυτή υπάρχει στα φύλλα σε ποσοστό 5-10% του βάρους των ξερών φύλλων της στέβιας. Η γλυκαντική της ισχύς είναι 250-300 φορές μεγαλύτερη από την ζάχαρη

  • Η ρεβοδυοσίνη Α. Αυτή υπάρχει στα φύλλα σε ποσοστό 2-4% του βάρους των ξερών φύλλων της στέβιας. Η γλυκαντική της ισχύς είναι 350-400 φορές μεγαλύτερη από την ζάχαρη

  • Η ρεβοδυοσίνη C. Αυτή υπάρχει στα φύλλα σε ποσοστό 1-2% του βάρους των ξερών φύλλων της στέβιας. Η γλυκαντική της ισχύς δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί.

  • Η γλυκοσίνη Α. Αυτή υπάρχει στα φύλλα σε ποσοστό 0,5-1% του βάρους των ξερών φύλλων της στέβιας. Η γλυκαντική της ισχύς είναι 50-120 φορές μεγαλύτερη από την ζάχαρη

Η περιεκτικότητα των φυτών της στέβιας σε στεβιογλυκοσίνες εξαρτάται από τον γονότυπο, τις κλιματικές και καλλιεργητικές συνθήκες.

Όσον αφορά την ενεργητική αξία των ουσιών αυτών αυτή είναι πρακτικά μηδέν.

Οι χρήσεις της στέβιας

Η στέβια παρουσιάζει ένα σημαντικό αγρονομικό ενδιαφέρον λόγω του ότι είναι ένα πολυετές φυτό που παρουσιάζει μεγάλη ικανότητα προσαρμογής σε διάφορα κλιματικά περιβάλλοντα ενώ σε μερικές θερμότερες περιοχές μπορεί να συγκομισθεί 3-4 φορές το έτος. Ο πολλαπλασιασμός του γίνεται με σπόρους, μοσχεύματα ή με καλλιέργεια in vitro.

Οι χρήσεις του γενικά είναι:

  • Φαρμακευτικές χρήσεις: Οι χημικές της ουσίες προκαλούν βελτίωση της καρδιοαγγειακής λειτουργίας, είναι ευεργετικές στην περίπτωση της υπέρτασης, επίσης επιδρά θετικά εναντίον μερικών χρόνιων μολύνσεων, δρουν επίσης σαν βακτηριοκτόνες ουσίες, κυρίως εναντίον των, Streptococcus mutans, Pseudomonas aerugin, Proteus vulgaris, επίσης δρουν υπογλυκαιμικά, χωρίς να έχουν αρνητικές επιπτώσεις στο επίπεδο του σακχάρου στο αίμα, εμποδίζουν τον σχηματισμό οδοντικών πλακών, έχουν δερματολογική χρήση (έκζεμα, ακμή, candida, αντιρυτιδική δράση), δρουν σαν ανταγωνιστές του ασβεστίου, σαν πρόσθετο διατροφής βελτιώνουν την γεύση, την όρεξη και την πέψη, βελτιώνουν την εντερική λειτουργία, αποτελούν κατάλληλη τροφή για διαβητικούς, αλλά επίσης χρησιμοποιούνται στις μεθόδους αδυνατίσματος.

  • Διατροφικές χρήσεις: Σαν γλυκαντική ουσία διαφόρων διατροφικών σκευασμάτων, όπως: τσάι, καφές, ποτά, χυμοί, γιαούρτια, τσίχλες, μπισκότα, κέικ, προϊόντα αρτοποιίας, προϊόντα ζαχαροπλαστικής, σαλάτες, σάλτσες, …, σε συνταγές αδυνατίσματος, για χρήση από τους διαβητικούς, σαν χρωστική ουσία, ουσία βελτίωσης της γεύσης, σαν πηγή αντιοξειδωτικών, για μείωση της επιθυμίας του τσιγάρου.

  • Άλλες χρήσεις: Σαν ουσία που ρυθμίζει την αύξηση των φυτών

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΣΤΕΒΙΑΣ

ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ ΚΑΤΑΝΟΜΗ

Ο τόπος καταγωγής της στέβιας ευρίσκεται στα υψίπεδα της Βόρειο- Ανατολικής Παραγουάης, μεταξύ 23- 24ο γεωγραφικού πλάτους και 54- 56ο γεωγραφικού μήκους, σε ένα υψόμετρο 500-1500 m, όπου η μέση ετήσια θερμοκρασία είναι στους 25ο C και το ετήσιο ύψος βροχής φθάνει τα 1375mm. Πέραν όμως από την Παραγουάη η στέβια αναπτύσσεται με επιτυχία σε διάφορα περιβάλλοντα σε ολόκληρο τον κόσμο. (Ινδίες, Κίνα, Καλιφόρνια, Γεωργία, Αμπχαζία, Ιταλία, Κορέα, Σλοβακία, Τσεχία, Καναδάς, Ρωσία, Ινδονησία, Βραζιλία, Αργεντινή, Ουκρανία, Μολδαβία, Ιαπωνία, Μεξικό, Ταϊβάν, Ταϊλάνδη. Στην Αφρική σήμερα πειραματίζονται για την στέβια στην Αίγυπτο και το Μαρόκο.

Η ανάπτυξη των φυτών της στέβιας επηρεάζονται από τις συνθήκες του περιβάλλοντος, κυρίως από την διάρκεια ημέρας (ηλιοφάνεια), την φωτο–περιοδικότητα, την θερμοκρασία, τον άνεμο, το νερό και το έδαφος.

ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ

Το ιδεώδες κλίμα για την καλλιέργεια της στέβιας, είναι το ημι-υγρό των υποτροπικών περιοχών, με θερμοκρασίες 6-43ο C (μέση θερμοκρασία 23ο C). Η άριστη θερμοκρασία για την ανάπτυξη της στέβιας ευρίσκεται μεταξύ 15-30ο C. Σύμφωνα με ορισμένους συγγραφείς η διαφορά της θερμοκρασίας μεταξύ ημέρας και της νύχτας είναι ένας καθοριστικός παράγοντας για την παραγωγή της στέβιας. Η ανάπτυξη της στέβιας ευνοείται όταν η μέγιστη ημερήσια θερμοκρασία δεν ξεπερνά τους 40ο C, ενώ η ελάχιστη κατά την νύχτα δεν πέφτει κάτω από τους 10ο C. Οι παραθαλάσσιες περιοχές της Ν. Κρήτης είναι ευνοϊκές για την ανάπτυξη της στέβιας.

ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ ΚΑΙ ΦΩΤΟ-ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΤΗΤΑ

Η στέβια είναι πολύ ευαίσθητη όσον αφορά στον παράγοντα, διάρκεια της ημέρας. Απαιτεί 12-16 ώρες ηλιακό φως. Η διακύμανση του μήκους της ημέρας επηρεάζει πάρα πολύ την βλάστηση του φυτού αυτού. Τα φυτά της στέβιας που εκτίθενται σε ημέρες μακράς διάρκειας παρουσιάζουν μεσογονάτια μεγάλου μήκους, έχουν ένα κύριο βλαστό και αποκτούν πλάτος.

Η αύξηση της διάρκειας της ημέρας μέχρι τις 16 ώρες, που συνοδεύεται από μία αυξημένη φωτεινότητα παρουσιάζει αυξημένη βλάστηση και μία αυξημένη περιεκτικότητα σε στεβιοζίδια στα φύλλα της.

Η διάρκεια της ημέρας επιδρά εξίσου στην άνθηση της στέβιας. Η στέβια είναι ένα φυτό του οποίου η άνθηση ευνοείται από τις μικρής διάρκειας ημέρες (11 ώρες). Όταν επικρατούν τέτοιες ημέρες, τότε η άνθηση γίνεται σε 46 ημέρες μετά την μεταφύτευση ενώ όταν η διάρκεια της ημέρας είναι 12,5 ώρες, τότε η άνθηση αργοπορεί και ολοκληρώνεται μετά από 96 ημέρες.

Η σύνθεση των στεβιοζιδίων είναι μειωμένη κατά την διάρκεια της ανθήσεως ή λίγο πιο πριν. Η καθυστέρηση της ανθήσεως όταν επικρατούν ημέρες μακράς διάρκειας, δίνει την δυνατότητα στο φυτό της στέβιας να αποθηκεύσει μεγαλύτερες ποσότητες στεβιοζιδίων μέσα στα φύλλα του. Επομένως, η παραγωγή της στέβιας είναι καλύτερη σε περιβάλλοντα όπου επικρατούν ημέρες μακράς διάρκειας, δηλαδή οι μακράς διάρκειας ημέρες του θέρους είναι ένας ευνοϊκός παράγοντας της παραγωγής της στέβιας.

ΤΟ ΗΛΙΑΚΟ ΦΩΣ

Η στέβια είναι ένα φυτό που ευνοείται από τα θερμά, υγρά και με μεγάλη ηλιοφάνεια κλίματα. Η σκιά έχει αρνητικά αποτελέσματα στην παραγωγικότητα της στέβιας, επειδή μειώνει το επίπεδο της αύξησης της στέβιας και το επίπεδο της ανθήσεως. Μία μείωση του ηλιακού φωτός κατά 60% προκαλεί την οψίμιση της άνθησης, μείωση της βιομάζας του φυτού, αλλά και μείωσει του αριθμού των ανθέων. Στο περιβάλλον καταγωγής της η στέβια, η παραγωγικότητα της είναι χαμηλή λόγω του ότι εκεί που φύεται επικρατεί κατά μεγάλο μέρος σκίαση.

ΤΟ ΕΔΑΦΟΣ

Τα εδάφη του περιοχών καταγωγής της στέβιας, γενικά, είναι μικρής γονιμότητας, είναι όξινα και αμμώδη. Το ρΗ είναι 4-5 το δε ποσοστό της οργανικής ουσίας είναι χαμηλό, ενώ σε πολλές περιπτώσεις ο υπεδάφιος υδατικός ορίζοντας είναι επιφανειακός. Η στέβια μπορεί να καλλιεργηθεί που μπορεί να αναπτυχθεί σε μία ποικιλία εδαφών τα οποία τροφοδοτούνται κανονικά με νερό και τα οποία στραγγίζουν επαρκώς. Το ρΗ που είναι ευνοϊκό είναι 5-7. Πρέπει να αποφεύγονται τα αλατούχα εδάφη και τα ισχυρά αλκαλικά, επειδή η στέβια δεν ανέχεται τα εδάφη αυτά. Το νερό της αρδεύσεως της στέβιας δεν πρέπει να ξεπερνά τα 2-4mmhos/cm όσον αφορά την αλατότητα. Τα ερυθρά και καλά εφοδιασμένα εδάφη σε άμμο και πηλό (αμμο-πηλώδη) είναι τα καταλληλότερα, ενώ επίσης πρέπει να είναι καλά εφοδιασμένα σε οργανική ουσία.

stevia21

ΟΙ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΤΗΣ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑΣ ΤΗΣ ΣΤΕΒΙΑΣ

Ο ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΣΤΕΒΙΑΣ

Σε άγρια μορφή η στέβια πολλαπλασιάζεται με τους σπόρους αλλά και με τις ρίζες που βγάζουν οι βλαστοί ης που ακουμπούν στο έδαφος, αλλά και από αναβλαστήσεις του φυτού. Η βλάστηση των σπόρων της στέβιας έχει μικρό ποσοστό επιτυχίας, κυρίως λόγω της μικρής βλαστικότητας των σπόρων της. Μερικοί γονότυποι δίνουν σπόρους που δεν έχουν καθόλου βλαστικότητα λόγω του ότι δεν υπάρχει συμβατότητα κατά την γονιμοποίηση.

Στην καλλιέργεια η στέβια μπορεί να πολλαπλασιαστεί με σπόρους, αλλά και αγενώς με μοσχεύματα ή με ιστοκαλλιέργεια. Η μέθοδος η πιο οικονομική παραμένει η μέθοδος των σπόρων και της μεταφύτευσης των φυτών.

Πολλαπλασιασμός με σπόρους: Η βλάστηση των σπόρων αποτελεί ένα πρόβλημα της στέβιας. Το ποσοστό φυτρώματος των σπόρων της είναι πολύ χαμηλό και συχνά είναι μικρότερο από το 50%, λόγω κυρίως της ασυμβατότητας της γύρεως με τα ωάρια. Γενικά οι γόνιμοι σπόροι έχουν μαύρο χρώμα, ενώ οι άγονοι έχουν ανοικτό χρώμα.

Οι σπόροι της στέβιας είναι πολύ μικροί και με πολύ μικρό βάρος. Το βάρος των 1000 σπόρων ευρίσκεται μεταξύ 0,15-0,30 gr. Η σπορά των σπόρων της στέβιας γίνεται σε θερμοκήπιο κατά τους μήνες Φεβρουάριο- Μάρτιο, λόγω του ότι οι χαμηλές θερμοκρασίες περιορίζει το ποσοστό φυτρώματος. Η μεταφύτευση γίνεται 6-8 εβδομάδες μετά το φύτρωμα. Το φύτρωμα των σπόρων απαιτεί τουλάχιστον μία θερμοκρασία 20ο C, με άριστη τους 25ο C.

Η στέβια είναι φυτό που αντιδρά στις διακυμάνσεις του φωτός και το φύτρωμα των σπόρων βελτιώνεται με το φως. Συνιστάται κατά την περίοδο αυτή να επικρατεί φωτισμός 14-16 ώρες ημερησίως.

Η διάρκεια του φυτρώματος ποικίλει ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν κατά την σπορά και κυρίως από την θερμοκρασία και τον φωτισμό. Μπορεί να ποικίλει από 2-21 ημέρες.

Πολλαπλασιασμός με μοσχεύματα: Λόγω του προβλήματος που έχουν οι σπόροι της στέβιας για να φυτρώσουν, ο πολλαπλασιασμός με μοσχεύματα είναι η πιο συχνά χρησιμοποιούμενη μέθοδος, παρά το αυξημένο κόστος που έχει. Η μέθοδος αυτή μας επιτρέπει να επιτυγχάνουμε φυτά ομοιόμορφα όμοια με εκείνα των μητρικών φυτών. Γενικά τα μοσχεύματα της στέβιας ριζοβολούν εύκολα. Το μέγεθος των μοσχευμάτων (αριθμός φύλλων) και η διάρκεια της ημέρας επηρεάζουν επίσης την ριζοβολία και την ανάπτυξη των μοσχευμάτων.

Τα μοσχεύματα που έχουν 4 ζεύγη φύλλων, δίνουν ένα χαμηλό ριζοβολίας, κυρίως όταν φυτεύονται τον Φεβρουάριο. Κατά τον μήνα αυτό, τα μοσχεύματα που έχουν 2 ζεύγη φύλλων ριζοβολούν καλύτερα, ενώ κατά τον Απρίλιο τα καλύτερα αποτελέσματα τα έδωσαν μοσχεύματα με τρία ζεύγη φύλλων.

Το τμήμα του μητρικού φυτού από το οποίο λαμβάνονται τα μοσχεύματα έχει μεγάλη σημασία στην επιτυχία των μοσχευμάτων. Τα μοσχεύματα με 4 μεσογονάτια διαστήματα που λαμβάνονται από το μισό ανώτερο τμήμα του φυτού δίνουν τα καλύτερα αποτελέσματα. Το μήκος των μοσχευμάτων πρέπει να είναι 8-15cm.

Μπορούν να χρησιμοποιηθούν ρυθμιστές βλαστήσεως για να επιταχυνθεί η ριζοβολία. Το Paclobutrazol σε δόσεις 50-100ppm, είναι η ορμόνη που δίνει τα καλύτερα αποτελέσματα.

Η καλύτερη περίοδος για την εγκατάσταση των μοσχευμάτων στο φυτώριο υπό ελεγχόμενες συνθήκες περιβάλλοντος είναι τον χειμώνα και η καλύτερη περίοδος για την μεταφύτευση είναι η άνοιξη.

Μικροπολλαπλασιασμός με μοσχεύματα: Μπορούν να χρησιμοποιηθούν πολλά μέρη του φυτού με επιτυχία με την μέθοδο αυτή. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν, φύλλα, βλαστοί, ρίζες, ιστοί από τους κόμβους, κλπ. Οι τεχνικές του μικροπολλαπλασιασμού όπως και τα θρεπτικά υλικά είναι πάρα πολλά, αλλά εκείνο που χρησιμοποιείται συχνότερα είναι το θρεπτικό υλικό του Murashige & Skoog, το οποίο συμπληρώνεται με διάφορες ορμόνες αναπτύξεως (ΑΙΑ, ΑΙΒ, ΑΝΑ) ώστε να επιταχυνθεί η ριζοβολία και η ανάπτυξη των βλαστών. Η Ιαπωνία είναι η χώρα που έχει προοδεύσει πολύ στον τομέα αυτό.

Ποικιλίες, διασταυρώσεις, επιλογή: Στο φυσικό περιβάλλον, οι τοπικοί πληθυσμοί της στέβιας (Stevia rebaudiana) παρουσιάζουν μία μεγάλη παραλλακτικότητα του φαινοτύπου τους αλλά και της περιεκτικότητας των φυτών σε γλυκοσίδια. Υπάρχει μία γενετική παραλλακτικότητα αρκετή ώστε να επιτευχθούν ποικιλίες που να έχουν αυξημένες ποσότητες σε φύλλα και σε περιεκτικότητα σε γλυκοσίδια. Αυτή η φυσική παραλλακτικότητα οφείλεται εν μέρει στο ασυμβίβαστο των ανθέων της στέβιας.

Η κληρονομικότητα όσον αφορά την ποσότητα των φύλλων της, την σχέση φύλλα/ στελέχη και την περιεκτικότητα σε στεβιοσίνες είναι υψηλή (75-83%). Στο Μαρόκο μετά από πειραματισμό, φαίνεται ότι η καλύτερη εποχή, για την παραγωγή γόνιμων σπόρων στέβιας, είναι στα τέλη Μαρτίου, για φυτεύσεις σε θερμοκήπιο, ενώ οι μεταφυτεύσεις πρέπει να γίνονται στα τέλη Μαίου, ενώ η άνθηση στα τέλη Ιουλίου. Η συγκομιδή των σπόρων αρχίζει τον Αύγουστο και διαρκεί μέχρι τον Οκτώβριο.

Stevia-Rebaudiana

Σπορά και μεταφύτευση

Τεχνική της σποράς

Υπάρχουν πολλές τεχνικές στο φυτώριο, αλλά εκείνη η πιο κοινή τεχνική που εφαρμόζεται, είναι εκείνη της σποράς σε δοχεία μέσα σε ειδικό υπόστρωμα ή σε μίγμα άμμου και οργανικής ουσίας, με ρΗ 4-7 και φωτισμό 14 ωρών την ημέρα. Οι σπόροι πρέπει να παραμένουν στην επιφάνεια και δεν πρέπει να καλύπτονται εξ ολοκλήρου.

Πυκνότητα φυτεύσεως

Η πυκνότητα της φυτεύσεως είναι μία παράμετρος που σχετίζεται με το επίπεδο της παραγωγής, τις συνθήκες περιβάλλοντος και τις τεχνικές εγκατάστασης των φυτών. Η εγκατάσταση της στέβιας στις περισσότερες περιπτώσεις γίνεται με μεταφύτευση των νεαρών φυταρίων που προέρχονται από το φυτώριο. Η μεταφύτευση γίνεται σε «σαμάρια» πλάτους 50-60cm και ύψους 15-20cm. Μπορεί να υπάρξει εδαφοκάλυψη με πλαστικό ώστε να μειωθούν οι απώλειες της υγρασίας και να μειωθεί ο κίνδυνος των ζιζανίων. Η πυκνότητα του πληθυσμού των φυτών της στέβιας σαν μονοετές, είναι μεταξύ 8000-10000 φυτά/ στρέμμα, με αποστάσεις των φυτών 45-65cm επάνω στη γραμμή.

Στα συστήματα που η στέβια καλλιεργείται σαν πολυετές, με πολλές συγκομιδές ανά έτος, συστήνεται η πυκνότητα των φυτών να είναι 5000 φυτά/στρ.

Ημερομηνία σποράς και μεταφύτευσης

Η ημερομηνία σποράς της στέβιας εξαρτάται από τις κλιματικές συνθήκες, το φύτρωμα και την ανάπτυξη των νεαρών φυταρίων. Η καλύτερη περίοδος της σποράς είναι στις αρχές της Ανοίξεως και η μεταφύτευση 6-8 εβδομάδες αργότερα. Το καλοκαίρι και το φθινόπωρο πρέπει να αποφεύγονται λόγω των υψηλών θερμοκρασιών του θέρους και της πιθανής έλλειψης νερού, ενώ το φθινόπωρο λόγω πτώσεως των θερμοκρασιών μειώνεται το ποσοστό φυτρώματος των σπόρων.

Λίπανση

Οι απαιτήσεις σε θρεπτικά στοιχεία της στέβιας είναι χαμηλές έως μέτριες, άλλωστε στο φυσικό της περιβάλλον φύεται σε πτωχά εδάφη. Σε κανονικές καλλιέργειες όπου επιζητείται η παραγωγή μεγάλων ποσοτήτων φύλλων, επιβάλλεται η χορήγηση θρεπτικών στοιχείων και κυρίως (Ν), (Ρ) και (Κ). Οι ανάγκες σε Ν.Ρ, και Κ διαφέρουν ανάλογα με τις εδαφοκλιματικές συνθήκες που επικρατούν.

Κατά το στάδιο της μέγιστης συγκέντρωσης ξηρής ουσίας του φυτού, η σύνθεση της στέβιας είναι:

  • Άζωτο: 1,4%

  • Φωσφόρος: 0,3%

  • Κάλιο : 2,4%

Η παραγωγή ενός τόνου ξηρών φύλλων απαιτεί:

  • 6,46 kg/στρ άζωτο

  • 0,76 kg/στρ φωσφόρο

  • 5,61 kg/στρ κάλιο

Στο Μαρόκο μόνο με την χορήγηση 6000 kg/στρ κοπριάς, κατά την περίοδο της μεταφύτευσης σε ένα έδαφος μέσης συστάσεως, και σχετικά πλούσιου σε οργανική ουσία (2,2%) η καλλιέργεια της στέβιας έδωσε μία παραγωγή 193,8 kg/στρ ξηρής ουσίας κατά την περίοδο της ωρίμανσης των σπόρων κατά την πρώτη κοπή των φύλλων. Το 50% από αυτή αφορά τα φύλλα (96,8 kg/στρ).

Επίσης απεδείχθη ότι υπάρχει μεγάλη συσχέτιση των θρεπτικών στοιχείων και της συγκέντρωσης στεβιοσίνης στα φύλλα.

Άρδευση

Η στέβια είναι φυτό πολύ απαιτητικό σε νερό, ενώ η αντοχή της στο υδατικό στρες είναι πολύ μικρή. Στο φυσικό της περιβάλλον, όπου το κλίμα είναι υγρό τροπικό με μέσο ύψος βροχοπτώσεων 1500mm φύεται σε περιοχές υγρές που όμως στραγγίζουν. Σε τέτοιες περιοχές δεν απαιτείται άρδευση.

Σε εμπορικές καλλιέργειες η άρδευση της στέβιας η άρδευση της στέβιας είναι απαραίτητη ώστε να υπάρξουν υψηλές αποδόσεις. Η υγρασία του εδάφους πρέπει διαρκώς να είναι κοντά στο 80% της υδατοχωρητικότητας. , κυρίως την θερινή περίοδο μετά την μεταφύτευση ή την συγκομιδή των φύλλων.

Ο καλλιεργητικός συντελεστής (Κc) ποικίλει ανάλογα με το περιβάλλον:

  • 0,25-1,45 για την φάση των 0-25 ημερών μετά την μεταφύτευση

  • 0,56-1,14 για την φάση των 26-50 ημερών μετά την μεταφύτευση

  • 0,85-1,16 για την φάση των 51-80 ημερών μετά την μεταφύτευση

Λόγω των υψηλών της αναγκών σε νερό, αλλά και για λόγους οικονομίας του νερού η καλύτερη μέθοδος είναι της στάγδην άρδευσης.

Η άρδευση με τεχνητή βροχή ευνοεί την ανάπτυξη ζιζανίων, την ανάπτυξη ασθενειών, την πτώση των σπόρων (όταν ενδιαφερόμαστε για παραγωγή σπόρων).

Η συχνότητα της αρδεύσεως εξαρτάται από το στάδιο βλαστήσεως, την τεχνική αρδεύσεως και τις κλιματικές συνθήκες, κυρίως την θερμοκρασία και την σχετική υγρασία.

Έλεγχος των ζιζανίων

Η στέβια έχει ευαισθησία στον ανταγωνισμό τους με τα ζιζάνια κατά την διάρκεια του βλαστικού της κύκλου, λόγω της αρχικής μικρής ανάπτυξης των φυταρίων της στέβιας. Στο στάδιο αυτό ο έλεγχος των ζιζανίων είναι απαραίτητος επειδή διαφορετικά μειώνεται η ανάπτυξη των φυτών της στέβιας και επομένως η παραγωγή των φύλλων της. Τα ζιζάνια επίσης δυσκολεύουν την συγκομιδή των φύλλων.

Ο έλεγχος των ζιζανίων μπορεί να γίνει μηχανικά, με τα χέρια ή με την εδαφοκάλυψη. Η εδαφοκάλυψη μειώνει το φύτρωμα των σπόρων των ζιζανίων και επιπλέον μειώνει τις απώλειες σε υγρασία από το έδαφος. Η μέθοδος αυτή όμως δυσκολεύει την μεταφύτευση και εμποδίζει την ανάπτυξη νέων βλαστών από την βάση των φυτών.

Η προσφυγή στα ζιζανιοκτόνα καλό είναι να αποφεύγεται για να διατηρηθεί η καλή ποιότητα των φύλλων να προστατευθεί το περιβάλλον και η υγεία των καταναλωτών.

Η χρησιμοποίηση ισχυρής πυκνότητας φυτεύσεως είναι μία στρατηγική ελέγχου των ζιζανίων.

Ασθένειες και εχθροί

Οι ασθένειες δεν αποτελούν μεγάλο πρόβλημα για την στέβια αν και παρατηρούνται μερικές ασθένειες λόγω τη υγρασία που επικρατεί στο περιβάλλον που καλλιεργείται.

Τα νεαρά φυτάρια είναι πιο ανθεκτικά από τα μεγαλύτερης ηλικίας. Οι κυριότερες ασθένειες που παρατηρούνται στην καλλιέργεια της στέβιας είναι:

Rhizoctonia solani, Sclerotinia rolfsii, Sclerotinia sclerotiorum, Sclerotinia delphinii, Alternaria steviae, Septoria steviae, Botrytis cinerea, Fusarium spp, Erysiphe cichoracearum, Phytopthora spp.

Για να προστατευθεί το περιβάλλον αλλά και η υγεία των καταναλωτών η βιολογική καταπολέμηση με φυτικά προϊόντα είναι η καλύτερη μέθοδος ελέγχου των ασθενειών.

Οι εχθροί της στέβιας δεν προκαλούν μεγάλες ζημιές από οικονομικής απόψεως. Τα νεαρά φυτά μπορεί να ζημιωθούν από μερικά έντομα, όπως είναι οι αφίδες, σαλιγκάρια, μυρμήγκια, κολεόπτερα, νηματώδεις κλπ.

Η συγκομιδή

Ημερομηνία και συχνότητα συγκομιδής

Η καλύτερη ημερομηνία συγκομιδής της στέβιας εξαρτάται από το κλίμα, την ποικιλία και την περίοδο της αναπτύξεως του φυτού. Σε ψυχρά κλίματα, με χειμώνες δριμείς, γίνεται μόνο μία συγκομιδή το έτος, ενώ τα φυτά την περίοδο του χειμώνα καταστρέφονται. Σε τέτοιες συνθήκες η συγκομιδή γίνεται στην αρχή της περιόδου που πέφτει η θερμοκρασία και τα φυτά ευρίσκονται στο μέγιστο της αναπτύξεως τους. Αντίθετα σε ζεστά κλίματα όπου η ανάπτυξη του φυτού είναι δυνατή όλο το έτος, γίνονται περισσότερες από μία συγκομιδές. Σε ευνοϊκό κλίμα η στέβια μπορεί να διατηρηθεί μέχρι 5-6 έτη με 2-3 συγκομιδές ανά έτος.

Η συγκομιδή πρέπει να γίνεται λίγο πριν από την άνθηση την στιγμή που ανοίγουν οι οφθαλμοί επειδή κατά το στάδιο αυτό η περιεκτικότητα των φύλλων σε γλυκοσίνες και σε στεβιοσίνες είναι στο μέγιστο βαθμό, ενώ πέφτει όταν αρχίζει η άνθηση. Η δεύτερη συγκομιδή πρέπει να γίνεται μετά τουλάχιστον 2 μήνες και σε περίοδο θέρους.

Σε συνθήκες Μαρόκου, η μεταφύτευση γίνεται τέλη Μαΐου, η 1η συγκομιδή το πρώτο έτος είναι δυνατή 50-60 ημέρες μετά την μεταφύτευση. Μία δεύτερη συγκομιδή γίνεται τον Σεπτέμβριο- Οκτώβριο την στιγμή που ανοίγουν οι οφθαλμοί. Τα επόμενα χρόνια γίνονται περισσότερες από δύο συγκομιδές (Μάρτιο, Μάιο, Ιούλιο, Σεπτέμβριο).

Η συγκομιδή γίνεται με κοπή των φυτών 5-10 cm επάνω από το έδαφος.

Αποδόσεις

Οι αποδόσεις της στέβιας εξαρτώνται από τις κλιματικές και καλλιεργητικές συνθήκες. Στο τόπο καταγωγής της οι αποδόσεις της σε ξηρά φύλλα είναι 150/kg/ έτος- 250/kg/ έτος χωρίς άρδευση και 430/kg/ έτος με άρδευση. Σε πολυετείς καλλιέργειες οι αποδόσεις της είναι μεγαλύτερες ενώ οι μεγαλύτερες αποδόσεις παρατηρούνται το 3ο ή το 4ο έτος. Η απόδοση σε στεβιοσίνες ποικίλει ανάλογα με τον γονότυπο τις κλιματικές και τις καλλιεργητικές συνθήκες. Η περιεκτικότητα σε στεβιοσίνες ποικίλει από 5-10% ενώ μία περιεκτικότητα 9% θεωρείται σαν το ελάχιστον που πρέπει να έχει μία εμπορική καλλιέργεια.

Μερικές βελτιωμένες ποικιλίες παρουσιάζουν περιεκτικότητες πιο υψηλές σε στεβιοσίνες (14-21%).

Στο Μαρόκο οι αποδόσεις σε ξηρά φύλλα το πρώτο έτος είναι 150/kg/ έτος και τα επόμενα δύο έτη φθάνει τα 350/kg/ έτος με 4 συγκομιδές /έτος.

Μετά την συγκομιδή

Αποξήρανση και αποθήκευση

Μόλις αποκοπούν τα φυτά μεταφέρονται αμέσως για αποξήρανση. Η αποξήρανση γίνεται ή σε φυσικές συνθήκες άμεσα από τον ήλιο ή με τεχνητή αποξήρανση (φούρνο). Σε περιοχές με μικρή ατμοσφαιρική υγρασία μπορεί να γίνει η αποξήρανση των φυτών στον ήλιο αφού τα απλώσουμε επάνω σε ένα πανί σε ένα λεπτό στρώμα. Η αποξήρανση αυτή διαρκεί 9-10 ώρες και επιτρέπει την μείωση της περιεκτικότητας σε νερό των φυτών από το 80% στο 10%.

Η διάρκεια της τεχνητής αποξήρανσης εξαρτάται από τις κλιματικές συνθήκες και από το ποσοστό πληρότητας. Γενικά είναι από24-48 ώρες σε μία θερμοκρασία 40-50ο. Η διάρκεια της αποξήρανσης επιδρά στην ποιότητα των φύλλων (χρώμα και περιεκτικότητα σε στεβιοσίνες). Η ταχεία αποξήρανση δίνει καλύτερης ποιότητας ξηρά φύλλα.

Εάν τα φύλλα που αποκόπτονται δεν αποξηρανθούν άμεσα η ποιότητα τους μειώνεται λόγω οξειδώσεως χάνοντας έτσι μέχρι το 30% της περιεκτικότητας τους σε στεβιοσίνες μέσα σε 3 ημέρες.

Η υψηλή θερμοκρασία αποξηράνσεως μπορεί επίσης να προκαλέσει μείωση της ποιότητας των φύλλων.

Η αποξήρανση μπορεί να γίνει στην σκιά σε θερμό και ξηρό μέρος όπου κυκλοφορεί ρεύμα αέρος. Στην περίπτωση αυτή η αποξήρανση γίνεται σε μερικές ημέρες αλλά δεν είναι ακόμη γνωστή η ποιότητα των φύλλων. Βέβαια το πράσινο χρώμα είναι μία ένδειξη καλής ποιότητας.

Αφού αποξηρανθούν τα φυτά αποχωρίζονται τα φύλλα από τους βλαστούς με την βοήθεια ενός μηχανικού διαχωριστή πριν μεταφερθούν για αποθήκευση ή μεταποίηση.

Για μεγάλες ποσότητες ξηρών φύλλων, πρέπει να αποθηκεύονται σε τσουβάλια πλαστικά βάρους 10kg/τσουβάλι. Η διάρκεια αποθήκευσης μπορεί να είναι ένα έως δύο έτη. Για μικρές ποσότητες η αποθήκευση γίνεται σε γυάλινα δοχεία. Η μεταφορά γίνεται μέσα σε χάρτινα κιβώτια που εσωτερικά είναι πλαστικοποιημένα.

Μεταποίηση

Ο παραδοσιακός τρόπος χρησιμοποίησης των φύλλων της στέβιας από τους ινδιάνους της Παραγουάης συνίσταται στην αποξήρανση τους και της χρησιμοποιήσεως τους σαν γλυκαντικής ουσίας του τσαγιού ή σαν φαρμακευτικό ή για μάσημα.

Τα ξηρά φύλλα χρησιμοποιούνται ολόκληρα ή σαν σκόνη στα φαγητά, δίνοντας ένα πράσινο κυρίως στα ποτά ή και μία δυσάρεστη οσμή. Η οσμή αυτή οφείλεται σε άλλες ουσίες που υπάρχουν στα φύλλα της στέβιας και όχι στα γλυκοσίδια. Η οσμή αυτή μπορεί να απομακρυνθεί με την κατάλληλη μεταποίηση των φύλλων.

ΟΙ υδατικές γλυκαντικές ουσίες της στέβιας λαμβάνονται με βράσιμο των ξηρών φύλλων στο νερό, την ψύξη τους το φιλτράρισμα. Ο τρόπος αυτός είναι ο καλύτερος για την χρησιμοποίηση τους σε ποτά και τρόφιμα.

Οι περισσότερες μεταποιητικές βιομηχανίες των φύλλων της στέβιας ευρίσκονται στην Ιαπωνία όπου χρησιμοποιείται μία δωδεκάδα από ειδικές μεθόδους για την εξαγωγή των στεβιογλυκοσινών.

Οι μέθοδοι αυτοί χρησιμοποιούν (4) φάσεις:

  • Διάλυση των γλυκαντικών ουσιών στο νερό ή σε άλλο διαλύτη

  • Διαχωρισμό με χρησιμοποίηση της μεθόδου της ανταλλαγής ιόντων

  • Φιλτράρισμα

  • Κρυστάλλωση και αποξήρανση

Εμπορία

Οι τιμές των γλυκαντικών ουσιών της στέβιας ποικίλουν ανάλογα τη χώρα, την φύση και την ποιότητα των προϊόντων.

Οι τιμές των ξηρών φύλλων ποικίλουν από 1,6 $/kg μέχρι 2,85 $/kg ενώ οι τιμές των στεβιοσιδίων ποικίλουν ανάλογα με τον τύπο συσκευασίας από 145 $/kg για πακέτα που περιέχουν το προϊόν αυτό σε μορφή χύδην, μέχρι 615 $/kg για μικρά πακέτα των 15-60 mg.

Σαν γλυκαντική ουσία οι τιμές της στέβιας είναι κατά 25% ανώτερες από τη ζάχαρη ενώ είναι στο ίδιο επίπεδο με τις άλλες συνθετικές γλυκαντικές ουσίες.