Η τριανταφυλλιά

rodo2

Η τριανταφυλλιά ανήκει στην οικογένεια Rosaceae και στο γένος Rosa. Τα φύλλα της αποτελούνται από περιττό αριθμό φυλλαρίων, είναι σύνθετα οδοντωτά. Οι βλαστοί της είναι ακανθωτοί. Έχει άνθη μονήρη ή σε ταξιανθίες που εκφύονται στην άκρη των βλαστών. Κάθε άνθος φέρει 4-5 σέπαλα και 5-35 πέταλα διαφόρων χρωμάτων. Ο καρπός της είναι αχαίνιο.

Υπάρχουν πάρα πολλές ποικιλίες τριανταφυλλιών στον κόσμο. Υπολογίζεται ότι παράγονται ετησίως τουλάχιστον 250 νέες ποικιλίες. Οι κυριότερες κατηγορίες της τριανταφυλλιάς είναι οι εξής:

· –               -Οι θαμνώδεις ή υβρίδια τσαγιού

· –                         –Μεγανθείς

–          -Αναρριχόμενες

·–           -Πολυανθείς

–             -Νάνες

·–         -Δενδρώδεις

Εδαφοκλιματικές απαιτήσεις

Καλλιεργείται σε ελαφρά εδάφη ή μέσης συστάσεως που διακρίνονται για την καλή τους στράγγιση. Δεν αποδίδει καλά σε συνεκτικά εδάφη με μεγάλη περιεκτικότητα σε ασβέστιο και έλλειψη οργανικής ουσίας. Το ρΗ πρέπει να κυμαίνεται μεταξύ 6-7.

Οι άριστες θερμοκρασίες καλλιέργειας της τριανταφυλλιάς είναι οι 21ο -24ο C κατά την διάρκεια της ημέρας, ανάλογα με το ποσοστό ηλιοφάνειας, ενώ την νύχτα από 15ο 18ο C.

Οι αυξημένες θερμοκρασίες κατά την καλοκαιρινή περίοδο προκαλούν μείωση της ποιότητας των ανθέων. Με την μείωση της θερμοκρασίας της περίοδο αυτή ( με σκίαση, καλό αερισμό, δροσισμό των φυτών) βελτιώνεται η ποιότητα των ανθέων.

Επίσης ο φωτισμός αποτελεί σημαντικό ποιοτικό παράγοντα στην καλλιέργεια των τριαντάφυλλων. Γενικά το καλοκαίρι με τον έντονο φωτισμό, το χρώμα των ανθέων γίνεται πιο ανοιχτό, ενώ τα στελέχη τους γίνονται με μικρότερο μήκος.

Η τριανταφυλλιά έχει μεγάλες ανάγκες σε υγρασία του περιβάλλοντος, η οποία μετά την φύτευση πρέπει να είναι 80-90% ενώ κατά την διάρκεια της άνθησης 60-70%.

Στα θερμοκήπια που συνήθως καλλιεργούνται τα τριαντάφυλλα, γίνεται εμπλουτισμός της ατμόσφαιρας με διοξείδιο του άνθρακα ώστε από 350 ppm που είναι συνήθως η περιεκτικότητα του αέρα, να ανεβαίνει στα 1500 ppm, ώστε να ενταθεί η φωτοσύνθεση και να αυξηθεί η παραγωγή αλλά και η ποιότητα των ανθέων.

Τρόποι πολλαπλασιασμού της τριανταφυλλιάς

Τα τριαντάφυλλα πολλαπλασιάζονται με τους εξής τρόπους:

· Με τα μοσχεύματα. Είναι η συνηθέστερη μέθοδος πολλαπλασιασμού.

· Με σπόρο για την παραγωγή νέων ποικιλιών

· Με καταβολάδες

· Με εμβολιασμό. Εφαρμόζεται ο ενοφθαλμισμός, ο υπόφλοιος και ο αγγλικός

· Με την ιστοκαλλιέργεια

trantafila

Εγκατάσταση της καλλιέργειας

Πρέπει να γίνεται η κατάλληλη λίπανση με τα βασικά ανόργανα στοιχεία, δηλαδή το άζωτο, το φωσφόρο και το κάλιο. Η επίδραση του αζώτου είναι μεγαλύτερη όσον αφορά το φύλλωμα του φυτού, ο φωσφόρος επηρεάζει περισσότερο την ανάπτυξη του ριζικού του συστήματος και το κάλιο το χρώμα και γενικότερα την ποιότητα των ανθέων. Μεγάλη σημασία επίσης στην σωστή λίπανση παίζουν και τα ιχνοστοιχεία.

Γίνεται η φύτευση των φυταρίων στο έδαφος το οποίο έχει βελτιωθεί με την ανάλογη οργανική ουσία και την κατάλληλη λίπανση. Στην συνέχεια λαμβάνεται πρόνοια στην καταπολέμηση των ζιζανίων.

Σημαντική εργασία είναι η απομάκρυνση των πλάγιων βλαστών που αναπτύσσονται από τις μασχάλες των φύλλων, επειδή μας ενδιαφέρει η ανάπτυξη του κεντρικού στελέχους.

Η καλύτερη περίοδος για την παραγωγή δρεπτών τριαντάφυλλων στην Ελλάδα είναι η περίοδος από τον Νοέμβριο μέχρι τον Απρίλιο.

Οι τριανταφυλλιές κλαδεύονται σύμφωνα με δύο συστήματα κλαδέματος.

· Τ   το παραδοσιακό κλάδεμα

· Σύστημα οριζόντιας ανάπτυξης του φυτού και κάθετης παραγωγής

Στο παραδοσιακό σύστημα, ο στόχος είναι η ανάπτυξη 2-3 βλαστών από την βάση των φυτών. Αυτό γίνεται με τα κατάλληλα κορυφολογήματα. Γίνονται 2-3 κορυφολογήματα σε μία διάρκεια 5-6 μηνών από το φύτεμα στην άνθηση.

Τα κορυφολογήματα γίνονται για να δημιουργηθούν φυτά με καλή διακλάδωση, άνθη με μεγαλύτερο στέλεχος και να μετατοπισθεί ο χρόνος της συγκομιδής.

Το δεύτερο σύστημα στηρίζεται στο ότι τα μάτια που είναι στη βάση δίνουν πολλά και καλής ποιότητος τριαντάφυλλα. Η τεχνική αυτή στηρίζεται στην κάμψη του κύριου βλαστού με αποτέλεσμα την παραγωγή καλής ποιότητας τριαντάφυλλων.

Η συγκομιδή -συντήρηση

Ανάλογα με την ποικιλία καθορίζεται το στάδιο της συγκομιδής. Σε γενικές γραμμές, αν το άνθος κοπεί πολύ ενωρίς πριν ανοίξει δεν θα ανοίξει καθόλου, ενώ αν κοπεί αργά θα ανοίξει πολύ γρήγορα, πράγμα που αποτελεί μειονέκτημα για την εμπορία του επειδή δεν μπορεί να μεταφερθεί χωρίς απώλειες.

Μετά την αποκοπή των ανθέων πρέπει να τοποθετούνται οι μίσχοι τους σε καθαρό νερό που περιέχει ένα συντηρητικό ώστε να διατηρούνται περισσότερο χρόνο. .

Το βιομηχανικό τριαντάφυλλο.

Το βιομηχανικό τριαντάφυλλο χρησιμοποιείται για την παραγωγή ροδέλαιου. Το ροδέλαιο είναι ένα αιθέριο έλαιο που εξάγεται με εκχύλιση ή απόσταξη από τα νωπά άνθη (ρόδα) του φυτού της βιομηχανικής τριανταφυλλιάς Rosa Damascene της οικογένειας Rosaceae. Κάθε λουλούδι συλλέγεται με τα χέρια. Στην καλλιέργεια αυτή καλλιεργούνται 400 – 500 τριανταφυλλιές το στρέμμα. Η κοπή των τριαντάφυλλων γίνεται πριν την ανατολή του ήλιου.

Τα τριαντάφυλλα διατηρούνται προσεκτικά ως την απόσταξή τους σε ειδικά αποστακτήρια. Το φυτό ανθίζει μία φορά το χρόνο ( Μάιος – Ιούνιος) και η περίοδος ανθοφορίας και συγκομιδής διαρκεί 20 – 25 ημέρες περίπου. Το ροδέλαιο χρησιμοποιείται ως πρώτη ύλη στην παρασκευή αρωμάτων, καλλυντικών και φαρμάκων. Επίσης χρησιμοποιείται και από την ζαχαροπλαστική.  Η τιμή του είναι από τις πιο υψηλές στον κόσμο (4 – 5000 $ ανά λίτρο ροδέλαιου) αφού απαιτούνται περίπου 4.000 kg ρόδων για την παραγωγή μόλις ενός κιλού ροδέλαιου. Η ζήτησή του ολοένα αυξάνεται λόγω κυρίως της χρήσης του ως πρώτη ύλη στην αρωματοποιία.

Η ανθοκομία στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα αναπτύχθηκε η ανθοκομία στα μέσα του μεσοπολέμου γύρω από την Αθήνα ( Αττική, Τροιζηνία ) λόγω του μεγάλου πληθυσμού της του υψηλού εισοδήματος των καταναλωτών και της εύκολης διακίνησης των ανθέων. Την δεκαετία του 1970 επεκτάθηκε στην Κρήτη ( κυρίως γαρύφαλλα ) λόγων των ευνοϊκών κλιματολογικών συνθηκών και μετά το 1980 στην υπόλοιπη Ελλάδα. Σήμερα η Ανθοκομία έχει αναπτυχθεί κυρίως στους νομούς Αττικής, Ηρακλείου, Θεσσαλονίκης, Λασιθίου, Μαγνησίας, Αργολίδας, Αχαΐας και Αιτωλοακαρνανίας .

Σήμερα καλύπτει έκταση περίπου από 13000 στρέμματα από τα οποία τα μισά σχεδόν είναι θερμοκήπια. Τα δρεπτά άνθη καταλαμβάνουν έκταση 5500 στρεμμάτων, τα γλαστρικά 1200 στρέμματα και τα φυτά κηποτεχνίας περισσότερο από 2200 στρέμματα. Σημαντικό προβάδισμα έχει η καλλιέργεια των κομμένων λουλουδιών που καταλαμβάνουν το 55 % της καλλιεργούμενης έκτασης, ακολουθεί η καλλιέργεια των φυτών κηποτεχνίας με 27%, των γλαστρικών φυτών με 13 % και τέλος του πολλαπλασιαστικού υλικού με 5 % με αυξητική τάση των τριών τελευταίων κατηγοριών. Από τα δρεπτά την πρώτη θέση καταλαμβάνει το γαρύφαλλο με 1400 στρέμματα (τα μισά υπαίθρια) και ακολουθούν το τριαντάφυλλο με 950 στρέμματα κυρίως θερμοκήπια, το χρυσάνθεμο με 600 στρέμματα υπαίθρια και θερμοκήπια και με λιγότερα στρέμματα ο γλαδίολoς, η ζέρμπερα και η γυψοφίλη και τα δευτερεύοντα δρεπτά. Παρατηρείται τελευταία μια αύξηση της θερμοκηπιακής καλλιέργειας χρυσανθέμων τύπου spray, των γλαστρικών και των φυτών κηποτεχνίας.

Ο ετήσιος τζίρος από την εμπορία των ανθοκομικών προϊόντων στην Ελλάδα ξεπερνά τα 300 εκατ. ευρώ, από τα οποία το 70 % προέρχεται από την ελληνική παραγωγή και το υπόλοιπο 30% από τις εισαγωγές. Οι εξαγωγές των ελληνικών ανθοκομικών προϊόντων, αν και τελευταία εμφανίζουν μια μικρή αυξητική τάση, είναι γενικά πολύ χαμηλές, αφού η αξία τους αντιστοιχεί μόλις 10-15 % της αξίας των εισαγωγών. Τα ανθοκομικά που εισάγονται είναι κυρίως σπόροι, βολβοί, μοσχεύματα, γλαστρικά και κηποτεχνικά φυτά. Στις μικρές ποσότητες των ανθοκομικών που εξάγονται συγκαταλέγονται το γαρύφαλλο, το τριαντάφυλλο και τελευταία η γαρδένια compact. Στα περισσότερα δρεπτά άνθη είμαστε αυτάρκεις αν και εποχικά εισάγουμε ορισμένα όπως λίλιο, τουλίπα, κ.α

Τα τριαντάφυλλα που παράγονται στην Ελλάδα είναι πολύ καλής ποιότητας ιδιαίτερα αυτά που προέρχονται από υδροπονικές καλλιέργειες . Η ελληνική παραγωγή αντιμετωπίζει σήμερα ορισμένα προβλήματα στον τομέα της εμπορίας των τριαντάφυλλων .

Τα τριαντάφυλλα είναι ευπαθή προϊόντα. Η μεταφορά τους σε μακρινές αποστάσεις γίνεται με αεροπλάνα. Στα ελληνικά αεροδρόμια όμως υπάρχει έλλειψη ψυγείων για την αποθήκευση του προϊόντος αλλά και τα κόμιστρα που ζητούν είναι υψηλά.

Η εξωτερική αγορά σε γενικές γραμμές θέλει άνθη μικρού μήκους και ποικιλίες άλλων χρωμάτων από αυτές που ζητά η ελληνική αγορά. Για παράδειγμα, η ελληνική αγορά μέχρι πρόσφατα κατανάλωνε κυρίως το κόκκινο μακροστέλεχο τριαντάφυλλο ενώ η ευρωπαϊκή αγορά προτιμά ποικιλία χρωμάτων και κοντοστέλεχα άνθη. Τελευταία αυτές οι ποικιλίες άρχισαν να έχουν ζήτηση και να καλλιεργούνται και στην Ελλάδα αντικαθιστώντας τις παλιές κλασσικές ποικιλίες.

Για τους λόγους αυτούς τα περισσότερα τριαντάφυλλα διατίθενται στην ελληνική αγορά και μόνο ένα μικρό μέρος της παραγωγής εξάγεται . Στην Ελλάδα, η διακίνηση των ανθέων γίνεται από χονδρέμπορους, μερικούς ενδιάμεσους και λιανοπωλητές. Οι μεσάζοντες παρεμβάλλονται σ’ όλα σχεδόν τα στάδια και διακινούν το 60% περίπου των πωλήσεων της Ανθαγοράς. Ένα μικρό ποσοστό της παραγωγής διακινείται από τις συνεταιριστικές οργανώσεις των παραγωγών ή διοχετεύτεται από τους ίδιους τους παραγωγούς.

Μία καλλιέργεια σε θερμοκήπιο αποδίδει μία ακαθάριστη πρόσοδο περίπου 45000€ αν υπολογίσουμε ότι παράγονται 11000 μάτσα το στρέμμα, με μία μέση τιμή 4€ το μάτσο, ενώ η καθαρή πρόσοδος είναι περίπου 8000- 8500€ το στρέμμα.